ΤΟ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

Το Ηπειρωτικό ζήτημα έχει τις ρίζες του στα τέλη του δεκάτου-ενάτου αιώνα. Την εποχή αυτή αρχίζει να διαφαίνεται ισχυρή - περισσότερο από ποτέ - η πιθανότητα απόσυρσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από την Χερσόνησο του Αίμου. Η Ήπειρος κατοικείται, στην πλειοψηφία της, από κατοίκους που έχουν ελληνικά ήθη και έθιμα, συμμετέχουν αδιάλειπτα στην κοινή εθνική ιστορία, έχουν γεωγραφική ενότητα, είναι ορθόδοξοι, και εν τέλει έχουν ελληνική εθνική συνείδηση. Παρ' όλα αυτά, γίνεται το "μήλο της Έριδος" για τον αλβανικό σωβινισμό. Η ενιαία Ήπειρος είναι μια μεγάλη περιοχή στρατηγικής σημασίας. Γεωγραφικά εκτείνεται στον νότο από τον Αμβρακικό κόλπο, στα βόρεια τον κόλπο του Αυλώνα (Άρτα) και ανατολικά την λίμνη της Οχρίδας. Τα συμφέροντα του Ιταλικού και Αυστροουγγρικού ιμπεριαλισμού, υποθάλπουν τις αλβανικές διεκδικήσεις ενάντια στα δικαιώματα του εθνικού αυτοκαθορισμού και της αυτοδιάθεσης των Ηπειρωτών.

Τον πρώτο σπουδαίο ρόλο όμως τον παίζει η Πύλη. Η τελευταία, μετά από αμφιταλαντεύσεις, ευνόησε εν τέλει, τις κινήσεις του αναδυόμενου αλβανικού εθνικισμού. Οι λόγοι είναι πολλοί αλλά τρεις είναι περισσότερο εμφανείς:

Α) αυτοί που ονομάζονταν από τους Οθωμανούς "αρναούτιδες" και αυτοαποκαλούνταν ως "σκιπετάριδες" είχαν την ίδια θρησκεία και είχαν ταυτιστεί εν γένει με την Οθωμανική κυριαρχία,

Β) ένα μεγάλο μέρος των αλβανών εθνικιστών ήταν υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του οθωμανικού κράτους και

Γ) ένα διευρυμένο αλβανικό κράτος θα μπορούσε να είναι το μάτι και το αυτί των Οθωμανών στην περιοχή, ένα είδος χωροφύλακα των γειτονικών λαών και γιατί όχι το εφαλτήριο για την "επιστροφή".

Η συνέχεια είναι λίγο έως πολύ γνωστή: η Ήπειρος απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό κατά τα έτη 1912-13, διαιρέθηκε από τις "Μεγάλες Δυνάμεις" το 1914. Οι κάτοικοι αντιστάθηκαν επιτυχημένα το 1914 στην εξέλιξη αυτή, στην συνέχεια  ο ελληνικός στρατός επανήλθε, για να αποχωρήσει το 1916 με τον εθνικό διχασμό, την θέση του πήραν η ιταλική και η γαλλική κατοχή μέχρι και την κεντρική Ήπειρο, οι χώρες αυτές παρέδωσαν στις αλβανικές αρχές κατοχής. Το 1919 το ζήτημα φάνηκε να λύνεται με την συμφωνία Τιτόνι - Βενιζέλου και τέλος η φάση αυτή έχει οδυνηρό για τον ελληνισμό αποτέλεσμα όταν αλλάζει η πολιτική κατάσταση στην Ιταλία και την Ελλάδα.

Είναι χαρακτηριστικό αλλά εν πολλοίς άγνωστη η δεύτερη παράγραφος του κατηγορητηρίου των "έξι" που εκτελέστηκαν ως υπαίτιοι της μικρασιατικής τραγωδίας: «Διότι εν ω δια της από 13 Ιανουαρίου 1920 αποφάσεως των Συμμάχων επεδικάσθη εις την Ελλάδα η β. Ήπειρος με τα συμφωνηθέντα σύνορα μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας δια της συμφωνίας Βενιζέλου - Τιτόνι της 16 Ιουλίου 1919 … υμείς δεν προέβητε εις την λήψιν των αναγκαίων μέτρων δια την προσάρτησιν των ελληνικότατων τούτων χωρών εις το κράτος …»

Σήμερα, περιοχές σαν την Άρτα - που βρίσκεται βόρεια του Αυλώνα και αποτελεί την βορειότερη ελληνόγλωσση κοινότητα - την επαρχία Χιμάρας, τους Αγίους Σαράντα και τον Βούρκο, το Δέλβινο, την Δρόπολη (αρχ. Δρυϊνούπολις) και το Αργυρόκαστρο, την Πρεμετή, το Λεσκοβίκι, την Ερσέκα, την Μοσχόπολη, την Κορυτσά κ.τ.λ. βρίσκονται στα όρια του Αλβανικού κράτους. Γνωστές από την ιστορία μα και συνάμα άγνωστες.  

ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟ

Γεωγραφία

Το Αργυρόκαστρο βρίσκεται βόρεια των Ιωαννίνων και στο δρόμο προς το Τεπελένι (ή Τεπελένη). Κατέχει κεντρική θέση σε μια περιοχή μεταξύ των πόλεων των Ιωαννίνων, της Κορυτσάς και των Αγίων Σαράντα. Κοντά του υπάρχουν δύο σημαντικές κοιλάδες, αυτή του Άνω Αώου και του Δρίνου. Σε αυτές διαβιεί το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και παράλληλα συγκεντρώνονται και οι κυριότερες οικονομικές δραστηριότητες, οι διοικητικές έδρες κ.τ.λ.

Ο σημερινός νομός εκτείνεται σε μια έκταση 2880 km2. Διοικητικά χωρίζεται σε τρεις επαρχίες (Αργυροκάστρου, Τεπελενίου, Πρεμετής), έξι δήμους (Αργυροκάστρου, Λιμποχόβου, Πρεμετής, Κλεισούρας, Τεπελενίου και Μεμαλίαης), εικοσιέξι κοινότητες και 271 οικισμούς.

Η πόλη του Αργυροκάστρου ύψος 400 μέτρων από την επιφάνεια της  θάλασσας. Αποτελεί τον άξονα όλης του νομού, ενώ με την εξομάλυνση των ελληνοαλβανικών σχέσεων παίρνει την θέση που κατείχε πριν την διχοτόμηση του χώρου: περιφερειακό κέντρο με  κύριο αυτό των Ιωαννίνων.

Νότια, ο νομός συνορεύει με το ελλαδικό κράτος και με τον νομό Ιωαννίνων, νοτιοδυτικά με τις επαρχίες Αγίων Σαράντα και Δελβίνου, βορειοδυτικά με το Μπάλσι, βόρεια με το Βεράτιο και τέλος βορειοδυτικά και ανατολικά με το Σκράπαρι και την Κολωνία.

Ολόκληρος ο νομός έχει πληθυσμό 169.908 κατοίκων με έκταση 2880 km2 μέση πυκνότητα 59 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Αναλυτικότερα, η επαρχία Αργυροκάστρου κατοικείται από 77.409 ανθρώπους και έχει έκταση 1.137 km2 με μέση πληθυσμιακή πυκνότητα 68 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Ο δήμος Αργυροκάστρου έχει επισήμως πληθυσμό 35.293 κατοίκων (εκτιμήσεις ξένων στατιστικολόγων τον υπολογίζουν – 2003 - σε 22.900 άτομα). Οι υπόλοιποι 42.116 άνθρωποι ζουν σε 95 οικισμούς. Η επαρχία Τεπελενίου έχει 50.637 κατοίκους, έκταση 817 km2, μέση πυκνότητα 62 κατ./km2 και μέσο υψόμετρο 732m. Ο δήμος Τεπελενίου έχει 9395 κατοίκους, της Μεμαλίας 8448 και στα χωριά ζουν 32.726 άτομα. Η πόλη της Πρεμετής έχει 11.048 κατοίκους (9.800κ., 2003)και της Κλεισούρα 4520.

 

Πληθυσμιακή κατανομή στο νομό Αργυροκάστρου

 

Αργυρόκαστρο

%

Tεπελένι

%

Πρεμετή

%

 

Σύνολο

Γυναίκες

Άνδρες

 

Σύνολο

Γυναίκες

Άνδρες

 

Σύνολο

Γυναίκες

Άνδρες

 

Επαρχία

77,409

39.094

38.853

 

50,637

24.497

25.468

 

42,027

20.732

21.295

 

Δήμος

35,293

18.306

17.635

46

17,911

8.880

8.951

35

15,860

7858

8008

42

Κοινότητες

42,116

20.788

21.217

54

32,726

15617

16.517

65

26.167

12874

13239

58

Πηγή:  http://interisk.imbc.gr/reg_gjirokastra.html   & Διεύθυνση Στατιστικής νομού Αργυροκάστρου

Οικονομία

Λόγω της γειτνίασης με το ελλαδικό κράτος και του γεγονότος ότι η ελληνική γλώσσα ομιλείται από ντόπιους και επυλίδες, το εμπόριο με την Ελλάδα είναι με σημαντική οικονομική δραστηριότητα. Υπάρχουν διαμετακομιστικές επιχειρήσεις οι οποίες εξυπηρετούν την Αλβανία με αγαθά τα οποία εισάγονται από την Ελλάδα.

Από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στην περιοχή είναι αυτή που εμφιαλώνει το περίφημο μεταλλικό νερό της Γλύνας και η οποία τώρα συνεργάζεται με την ΗΒΗ, η εταιρία ΦΡΕΣ η οποία παράγει αναψυκτικά, η οινοποιία «Μπούκας» και η ιταλικών συμφερόντων εταιρία «Κρύο νερό Τεπελενίου» με σήμα τον … Αλή Πασά! Στην περιοχή υπάρχουν και μερικές άλλες – μικρομεσαίου επιπέδου - επιχειρήσεις οι οποίες παράγουν προϊόντα «κατά παραγγελία» για την ελληνική αγορά.

 

Κύρια δημογραφικά στοιχεία του νομού Αργυροκάστρου

  ΝΟΜΟΣ ΕΠΑΡΧΙΕΣ
1998 1999 % Αργυρόκαστρο % Πρεμετή % Τεπελένι %
169.777 169.908 100 77.409 100 41.862 100 50.637 100
Δήμοι 68.724 68.944 41 35.293 46 15.740 38 17.911 35
Κοινότητες 101.053 100.964 59 42.116 54 26.122 62 32.726 65
Ενεργός Πληθυσμός 65.972 83.714 100 38338 100 20.548 100 24.828 100
Εργαζόμενοι 48.929 67.800   29.575   17.478   20.747  
Άνεργοι 8.075 6.946   2.640   2.200   2.106  
Φοιτητές, ανάπηροι κ.α΄. 8.968 8.968   6.123   870   1.975  
Εργαζόμενοι 48.929 67.800 100 29.575 100 17.478 100 20.747 100
Αγρότες 24.003 23.770 35 10.358 35 6.272 36 7.140 34
Μισθωτοί 13.210 13.042 19 7.273 25 2.580 15 3.189 15
Επαγγελματίες 11.716 30.988 46 11.944 40 8.626 49 10.418 50

Πηγή: http://interisk.imbc.gr/reg_gjirokastra.html & Διεύθυνση Στατιστικής νομού Αργυροκάστρου

Τουρισμός

Στο Αργυρόκαστρο και την περιφέρειά του υπάρχουν πλήθος πολιτιστικών, ιστορικών και αρχιτεκτονικών μνημείων. Αυτός ο πλούτος σε συνδυασμό με μια σειρά όμορφων τοπίων αποτελούν τη βάση για την τουριστική αξιοποίηση και ανάπτυξη. Αξιόλογοι τέτοιοι τόποι είναι:

Α. Πολεμικών γεγονότων (π.χ. στενά της Κλεισούρας, στρατιωτικό νεκροταφείο Βουλιαρατίων).

Β. Φυσικά μνημεία (π.χ. Σωτήρα, λίμνη Βιρού, Σκοτεινή).

Γ. Πολιτιστικά μνημεία (π.χ. εκκλησίες όπως του Σταυρού Λαμπόβου του Σταυρού (ΣΤ΄ & ΙΒ΄ αι.), των Ταξιαρχών στο Βαρόσι Αργυροκάστρου, της Ελεούσας στην Πρεμετή, μοναστήρια όπως των Ραβενιών, του Τσέπου), παραδοσιακοί οικισμοί (π.χ. τμήμα της πόλης του Αργυροκάστρου, τα χωριά της Δρυϊνούπολης, του Πωγωνίου).

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ιστορία της πόλης χάνεται στα βάθη των αιώνων. Κατά μια εκδοχή η πόλη ιδρύθηκε τον Ε΄ αι. μ.Χ. από τον Αργυρό. Η ελληνική διοίκηση του Κάστρου θα σταματήσει την εποχή της οθωμανικής πλημμυρίδας. Ο θρύλος μιλά για την πριγκίπισσα Αργυρώ που πέφτει από έναν πύργο την στιγμή που οι εχθροί εισβάλλουν, με το κλειδί του κάστρου στο χέρι. Αυτό το κλειδί ο ίδιος θρύλος θέλει να το βρει ο ελευθερωτής Έλληνας στρατιώτης...

Στην περιοχή υπάρχουν τα ίχνη σημαντικών αρχαίων πόλεων (Αντιγόνεια, Δρυϊνούπολη κ.ά.). Το σημείο όπου είναι χτισμένη είναι στρατηγικό. Ελέγχει την δίοδο προς την Τεπελένη και τα στενά της Κλεισούρας.

Λέγεται και "πόλη με τα χίλια παράθυρα". Είναι χαρακτηριστικό πως στον παραδοσιακό οικισμό της πόλης, κανένα σπίτι δεν κρύβει την θέα από το άλλο. Το πρώτο ελληνικό σχολείο λειτούργησε το 1633 και το 1756 χτίστηκε μεγαλύτερο οικοδόμημα το οποίο και θεωρούνταν στολίδι της πόλης. Μετά το 1770, όταν η έδρα της διοικήσεως μεταφέρθηκε στο Δέλβινο, εισήλθαν στην πόλη εξισλαμισμένοι Αλβανοί και το μεγαλύτερο μέρος των ντόπιων αναγκάστηκε να μετοικήσει. Κατά τον καθηγητή Ευαγγελίδη τότε πρέπει να έφυγε και η οικογένεια Καποδίστρια για την Ίστρια και κατόπιν για την Κέρκυρα. Το 1945 έχει 11.000 κατοίκους και το 1989 24.216.

 

Βιβλιογραφία

Gjirokastra - Guidë Turistike, Antigonea travel, Art Winds, Ιωάννινα 2001

ΤΕΠΕΛΕΝΙ

Ο νομός Τεπελενίου (ή Τεπελένης) συνορεύει βορειοανατολικά με το Βεράτι, βορειοδυτικά με την Μαλακάστρα, στα δυτικά με τον Αυλώνα, νότια με το Αργυρόκαστρο και ανατολικά με την Πρεμετή.

Διοικητικά ο νομός αποτελείται από δύο δήμους (Τεπελενίου και Μεμαλίας),  οκτώ κοινότητες (Κέντρου Τεπελενίου, Χωριό Μαμαλία, Μπούζι, Λουφτίνια, Κράχες, Κεσαρατίου, Λοπεσίου, Κουρβελεσίου) και 77 οικισμούς.

Το Τεπελένι θεωρείται ως η αρχαία "Πύλη της Ηπείρου". Μέσω του ποταμού Αώου αλλά και του Δρίνου, ελέγχει την δίοδο προς τα Ιωάννινα.

ΠΡΕΜΕΤΗ

Συνορεύει προς τα βόρεια με το Σκράπαρι και την Κορυτσά, ανατολικά με την Κολωνία, βορειοδυτικά με το Βεράτι, δυτικά με το Τεπελένι, νότια με το Αργυρόκαστρο και νοτιοανατολικά με την Κόνιτσα. Η Πρεμετή βρίσκεται σε υψόμεντρο 804 μέτρων. Είναι ορεινή περιοχή με υψηλότερα βουνά αυτά της Νεμέρτσικας (2482 μ.) και της Δέμπελης (2080 μ.). Ο κυριότερος ποταμός είναι ο Αώος που πηγάζει από τα βουνά των Ζαγοροχωρίων.

Στην Πρεμετή ανήκουν δύο δήμοι (Πρεμετής και Κλεισουρας), επτά κοινότητες (Βαλαβάνης, Σούκας, Δεσνίτσας, Πισκόβης, Φρασαρίου, Πετράνης και Καρτσόβης), καθώς και 99 οικισμοί.

Στα τέλη του 19ου αιώνα η πόλη είχε 2.500 κατοίκους από τους οποίου οι 1000 Έλληνες ενώ η επαρχία 8000, από τους οποίους οι 5.400 Έλληνες. Στην πόλη υπήρχε Ελληνικό Σχολείο και Παρθεναγωγείο και στην ευρύτερη περιοχή άλλο ένα Παρθεναγωγείο και δέκα δημοτικά.

 

ΚΕΣΤΟΡΑΤΙ

Το Κεστοράτι ανήκει στην επαρχία Λυνζουριάς (ή Λιούντζης), ανάμεσα στο Αργυρόκαστρο, το Τεπελένι και την Πρεμετή. Το χωριό αυτό είναι γνωστό από μια μεγάλη προσπάθεια που έγινε κατά τον 19ο αιώνα από την δημιουργία Παιδαγωγικής Σχολής. Για το διάστημα από το 1874 έως το 1891, λειτούργησαν με την συνδρομή του Χρηστάκη Ζωγράφου τα ομώνυμα εκπαιδευτήρια. Σκοπός τους η κατάρτιση δασκάλων με βάση σύγχρονα προγράμματα γενικών αλλά και ψυχοπαιδαγωγικών μαθημάτων. Μαζί με τα Ζαρίφεια Διδασκαλεία στην Φιλιππούπολη, ήταν οι παλαιότερες παιδαγωγικές σχολές του οθωμανοκρατούμενου ελληνισμού.

Βιβλιογραφία

Κίτσου Ι. Κ., Τα Ζωγράφεια Διδασκαλεία, Ι.Β.Ε., Ιωάννινα 1985

 

ΛΕΣΚΟΒΙΚΙ

Σε όλη την Ελλάδα οι κάτοικοι αυτής της περιοχής (μαζί με τους Πρεμετινούς) ήταν περιζήτητοι κτίστες και ξυλουργοί. Λίγο πριν τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, στην περιφέρεια του Λεσκοβικίου λειτουργούσαν 22 ελληνικά σχολεία στα οποία δίδασκαν 23 δάσκαλοι και σπούδαζαν 640 μαθητές.

 

ΑΓΙΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑ

Είναι χτισμένη στην θέση της αρχαίας πόλης του Ογχησμού (Βυζ. Αγχίασμος). Ως τις αρχές του 20 αιώνα αποτελούσε το επίνειο των Ιωαννίνων. Ήταν ένας μικρός οικισμός που ονομάζονταν και Σκάλα. Το όνομα "Άγιοι Σαράντα" το έδωσε το ομώνυμο μοναστήρι που βρίσκεται στο ύψωμα που δεσπόζει της πόλης.

Από την εποχή του μονάρχη της Αλβανίας και έκτοτε ο οικισμός μετατράπηκε σε πόλη, με την μεταφορά και εγκατάσταση μουσουλμάνων. Παρόλα αυτά μέχρι τα γεγονότα του 1997 ο μισός πληθυσμός της πόλης ήταν ελληνικής καταγωγής (1991, 17.555 κάτοικοι).

 

ΜΟΥΡΣΙ

Είναι το νοτιότερο χωριό της β. Ηπείρου. Βρίσκεται μεταξύ Σαγιάδας και λίμνης Βουθρωτού, αλλά και μεταξύ των βουνών της Μηλιάς και του Όρλια.

Τα παλαιότερα χρόνια οι Μουρσιώτες έμεναν στις πλαγιές της Μηλιάς, αλλά λόγω των οθωμανικών επιδρομών εγκαταστάθηκαν στην σημερινή θέση. Μέχρι την ίδρυση του αλβανικού κράτους λειτουργούσε ελληνικό σχολείο. Στην συλλογική μνήμη παραμένει το όνομα του τελευταίου δασκάλου, Βασίλειου Ραπτόπουλου.

Ο συνολικός πληθυσμός του Μουρσιού ανέρχεται στα 3.000 άτομα το 85% των οποίων έχει καταφύγει στην ελλαδική επικράτεια.

Τις τελευταίες δεκαετίες έχει επιτευχθεί η εθνολογική αλλοίωση του πληθυσμού με την εγκατάσταση αλβανών εποίκων. Με τον τρόπο αυτό σήμερα οι Μουρσιώτες είναι πλεον μειονότητα στο χωριό τους. Συν τοις άλλοις, δεν τους αναγνωρίζεται το δικαίωμα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού και το Μουρσί παραμένει μια ακόμα περίπτωση μη σεβασμού των δικαιωμάτων που προβλέπονται από την Σύμβαση - Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης.

 

ΤΖΑΡΑ

Είναι ένα από τα σπουδαιότερα χωριά της περιοχής της Βρύνας. Ο πρώτος οικισμός βρίσκονταν στην περιοχή των Εξαμιλίων και είχε το όνομα Τζαραβέλι. Ο ενδιάμεσος οικισμός (Τζαροπούλα) βρίσκονταν σε λόφο δίπλα από το σημερινό χωριό.

Στην Τζάρα βρίσκεται ο ναός του Αγίου Νικολάου, ο οποίος χρονολογείται από το 1885.

Το σημερινό χωριό έχει 1000 κατοίκους από τους οποίους οι 600 είναι έποικοι αλβανοτσάμηδες που κατοικούν στην νότια πλευρά.

 

ΑΛΥΚΟ

Αποκαλείται και "Χιμάρα των Αγίων Σαράντα", λόγω του ηρωϊκού χαρακτήρα των κατοίκων. Βρίσκεται στην περιοχή του Βούρκου σε απόσταση 7 χιλιομέτρων και δυτικά του λιμανιού των Αγίων Σαράντα. Είναι χτισμένο στον λόφο του Προστέφανου όπου βρίσκεται και η εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας.

Στις 12 Ιανουαρίου του 1990, αλβανοί στρατιώτες εκτέλεσαν στα σύνορα τέσσερις νέους (οι τρείς από το Αλύκο), που προσπαθούσαν να διαφύγουν προς την νότια Ήπειρο. Τα ονόματά τους είναι:

- Μάσ­σιος Ευ­θύ­μιος,

- Κώ­τσης Α­θα­νά­σιος,

- Ρά­φτης Α­η­δόνης και

- Μή­τρου Ευ­άγ­γε­λος

Οι κάτοικοι απέσπασαν τα σώματά τους από τις αρχές και πραγματοποίησαν δυναμική πορεία προς τους Αγίους Σαράντα όπου ανεκόπησαν όταν οι ισχυρές δυνάμεις του στρατού και τις αστυνομίας που είχαν αποκλείσει την πρόσβαση έκαναν χρήση πραγματικών πυρών. Η διαμαρτυρία αυτή θεωρείται σαν το πρώτο ξέσπασμα του ελληνισμού ενάντια στην πολύχρονη καταπίεση.

 

ΑΡΤΑ

Η Άρτα (ή Παλαιοάρτα), μαζί με το διπλανό χωριό Ζβερνέτσι, είναι ο βορειότερος οικισμός όπου μιλιέται έως σήμερα η ελληνική γλώσσα από τον γηγενή πληθυσμό. Βρίσκεται στα βόρεια του Αυλώνα σε μια περιοχή με εύκρατο κλίμα και γεμάτη αλυκές. Αποτελεί μια ιδιάζουσα και συνάμα τραγική περίπτωση. Γεωγραφικά αποκομμένη από τον κορμό των ελληνικών χωριών, δεν χαίρει κανενός απολύτως δικαιώματος.

Ο οικισμός βρίσκεται σε μια λωρίδα γης, ανάμεσα στη θάλασσα και τη λιμνοθάλασσα. Στην κωμόπολη υπάρχουν δύο εκκλησίες, της Αγίας Κυριακής και του Αγίου Ιωάννη. Κοντά στο Σβερνέτσι υπάρχει το μοναστήρι που βρίσκεται πάνω στο νησί της λιμνοθάλασσας.

 

ΧΙΜΑΡΑ (ή Χειμάρρα)

Η επαρχία Χιμάρας είναι μια στενόμακρη παραλιακή περιοχή του Ιονίου πελάγους, μήκους εξήντα περίπου χιλιομέτρων, γεμάτη ελαιόδενδρα. Η οροσειρά των Κεραυνίων την χωρίζουν από την ενδοχώρα. Το βορειότερο σημείο της απέχει περί τα 150 χλμ. από τα ελληνοαλβανικά σύνορα του ακρωτηρίου Στύλος. Η απόσταση αυτή είναι ίση με το ένα τρίτο του συνόλου της ακτογραμμής του αλβανικού κράτους.

Η Παλιά Χιμάρα ή Κάστρο βρίσκεται στην κορυφή ενός λόφου, λίγο βορειότερα από το επίνειό της τα Σπήλια (ή η Σπηλαία). Η Χιμάρα είναι μια μικρή περιοχή με πλούσια όμως και μακρά ιστορία. Στο Κάστρο διακρίνονται ίχνη τειχών από την αρχαία και βυζαντινή εποχή. Στην γύρω περιοχή υπάρχουν εξηνταδύο εκκλησίες της βυζαντινής και υστεροβυζαντινής περιόδου. Από τις πιο παλιές είναι ο Άγιος Στέργιος (1089). Κατά την διάρκεια των μεταπολεμικών χρόνων και στο πλαίσιο της εκστρατείας για την «ωραιοποίηση» της ιστορίας, πολλά μνημεία «διορθώθηκαν» εν μέρει ή και πλήρως. Μια σειρά από εικόνες και άλλα εκκλησιαστικά είδη έγινε κατορθωτό να διασωθούν από τους κατοίκους.  

Η Χιμάρα είναι εξίσου γνωστή για τους αγώνες της εναντίον κάθε δυνάστη. Στην αρχή της Οθωμανικής κατάκτησης η Χιμάρα τιμήθηκε από τον Κροκόνδειλο Κλαδά, τον πρώτο επαναστάτη του ελληνικού χώρου. Ύστερα από την αποτυχία τέτοιων κινημάτων, αρκετοί Χιμαριώτες αναζήτησαν άσυλο στην Κάτω Ιταλία. Η παράδοση αναφέρει ότι Χιμαριώτες πρόσφυγες ίδρυσαν το χωριό Piana dei Greci, κοντά στο Παλέρμο της Σικελίας – το χωριό αυτό ο Μουσολίνι το μετονόμασε σε Piana degli Albanesi! Το 1744 και μετά από επίθεση αλβανών μουσουλμάνων, ένα μέρος του πληθυσμού αναγκάστηκε να καταφύγει στην Ιταλία. Από αυτούς, ιδρύθηκε το 1878 το χωριό Πικέρμι στην Ηλία.   

Λίγο νοτιότερα από την Χιμάρα βρίσκεται το Παλέρμο ή Πανόρμι το γνωστό  από την αρχαιότητα ως λιμάνι του Πανόρμου. Ακριβώς δίπλα του, το καθεστώς Χότζα με την βοήθεια κινέζων μηχανικών τρύπησαν το βουνό και κατασκεύασαν μια βάση υποβρυχίων. Για δεκαετίες απαγορεύονταν να προσεγγίζουν οι ντόπιοι το μέρος. Στο Πανόρμι βρίσκεται και το περίφημο κλειστό κάστρο του Αλή-Πασά που το έχτισε κατά τα δυτικά πρότυπα και πάνω σε ερείπια παλαιότερου.

Στους Δρυμάδες βρίσκεται η μεγάλη παραλία του Γιαλισκαρίου. Στα όρια της κοινότητας και στην ακροθαλασσιά, βρίσκεται ένα ωραίο φυσικό σπήλαιο που ονομάζεται και σπήλαιο των πειρατών. Νοτιότερα της Χιμάρας, στο χωριό του Λουκόβου διασώζεται η μικρή τρίκλιτη τρουλαία βασιλική της Αγίας Παρασκευής (1767).

Ένα σημαντικό χριστιανικό μνημείο υπάρχει νοτιοδυτικά της Νίβιτσας. Είναι το μοναστήρι της Κοκαμιάς (Κοίμηση της Θεοτόκου), οι εγκαταστάσεις του οποίου καταστράφηκαν από το καθεστώς Χότζα. Στην γύρω περιοχή βρίσκονται διάσπαρτα κομμάτια από αρχαία κτίσματα. Από το χωριό αυτό κατάγονταν ο υπουργός στρατιωτικών της Αυτόνομης Ηπειρωτικής Κυβέρνησης και αξιωματικός του Ελληνικού στρατού Δ. Δούλης. Η Νίβιτσα, όπως και το Πικέρνι, το Λούκοβο, ο Άγιος Βασίλειος κ.ά., πυρπολήθηκαν κατά το 1912 από αλβανικές συμμορίες διότι υποστήριξαν τον ελληνικό στρατό και οι κάτοικοί τους κατέφυγαν στην Κέρκυρα.

 

ΑΓΙΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑ

Το μικρό λιμάνι των Αγίων Σαράντα είναι ένας τουριστικός τόπος πάνω στον δρόμο που συνδέει τον Αυλώνα και την Χιμάρα με το Αργυρόκαστρο και τα Γιάννενα. Απέναντι από την πόλη και σε κοντινή απόσταση βρίσκεται το νησί της Κέρκυρας με το οποίο συνδέεται με οχηματαγωγά και ιπτάμενα δελφίνια. Λίγο νοτιότερα βρίσκεται ο σπουδαίος αρχαιολογικός χώρος του Βουθρωτού. Η πόλη πήρε το όνομα από το ομώνυμο μοναστήρι των Σαράντα Αγίων που βρίσκονταν σε ένα λόφο που δεσπόζει της πόλης. Ο πληθυσμός της, εκτιμάται ότι το 2003 ανήλθε στους 14.500 κατοίκους.

Μέσα στην πόλη αλλά και την γύρω περιοχή ανακαλύπτονται κατά καιρούς, ίχνη αρχαίων οικισμών. Εδώ τοποθετείται ο αρχαίος Ογχησμός ο οποίος αναφέρεται ως λιμάνι από τον 1ο π.Χ. αιώνα. Η αξία των Α. Σαράντα μεγαλώνει όταν οι Οθωμανοί για να μειώσουν την αξία των Ιωαννίνων ανοίγουν το 1878 το λιμάνι για εξαγωγές.

ΣΟΠΟΤΟ:

Ο Αραβαντινός, σχετικά με το όνομα γράφει: «Εισόποτον ή Σηποτόν δια το ένυδρον των εδαφών εφ’ ων έκειτο».

Το Σοποτό αναφέρεται ως αξιόλογη κωμόπολη – κάστρο από τα Βυζαντινά χρόνια. Βρίσκεται μεταξύ Κηπαρού και Πικερνίου (ή Πικέρνης). Κατά τον 16ο αιώνα λόγω των οθωμανικών επιδρομών οι κάτοικοί του αναγκάστηκαν να μετοικήσουν προς την ακρόπολη.

Η κωμόπολη έχασε τον χαρακτήρα της όταν οι Οθωμανοί εξεδίωξαν τον 18ο αιώνα τους ντόπιους και εγκατέστησαν Χαλδούπιδες με σκοπό την φύλαξη του κάστρου και τον έλεγχο της Χιμάρας. Τότε ήταν που οι επιδρομείς άλλαξαν το όνομα από Σοποτό σε Μπόρσι.

Η ακρόπολη του Σοποτού βρίσκεται σε μέρος απόκρημνο και γύρω του ο νέος οικισμός. Κοντά βρίσκονται ερείπια αρχαίου κάστρου που καλείται και «κάστρο του Γραικού». Εικάζεται πως σε εκείνο το σημείο υπήρχε η αρχαία πόλη Εκατόμπεδον ή η Όλπη

 

ΔΕΛΒΙΝΟ

Είναι χτισμένο στους πρόποδες του όρους Πλατυβούνι. Θεωρείται ότι αναπτύχθηκε μετά την οριστική καταστροφή της Φοινίκης τον Ε΄ αι. μ.Χ. μιας και τα αρχαιότερα λείψανα του κάστρου χρονολογούνται από εκείνη την εποχή.

Έως τον 16ο αιώνα όλοι οι κάτοικοι ήταν ορθόδοξοι. Το ελληνικό σχολείο στο Δέλβινο αναφέρεται πως λειτουργούσε νωρίτερα από το 1537, κατά την εποχή της Βενετοκρατίας! Από το Δέλβινο κατάγονταν ο Σάρρος Νικόλαος, που ίδρυσε το 1686 στη Βενετία ελληνικό τυπογραφείο.

Ήταν διοικητική έδρα από το τέλος του 16ου αι. Από τότε μαρτυρείται η πρώτη ισλαμική παρουσία στην πόλη. Κατά τους εξισλαμισμούς του 1780, έντεκα εκκλησίες μετατρέπονται σε τζαμιά. Το 1852 από τους 450 οικισμούς της περιφέρειας, οι 300 ήταν ορθόδοξοι.

Το σημερινό Δέλβινο, λόγω της προσφυγιάς, έχει χάσει σημαντικό μέρος του ελληνικού πληθυσμού του, το οποίο πριν το 1991 αποτελούσε το ήμισυ των κατοίκων. Για το 2003 υπολογίζεται πως έχει 4.500 άτομα.

Στην περιοχή της Καμένας βρίσκεται το ομώνυμο μοναστήρι το οποίο είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Σύμφωνα με το κατάστιχο της μονής, ιδρύθηκε το 1032 επί βασιλείας Ρωμανού του Αργυρού.

ΛΕΣΚΟΒΙΚΙ

Στην ηρωϊκή κωμώπολη του Λεσκοβικίου φτάνει κανείς μέσω ενός φιδωτού δρόμου που βρίσκεται δίπλα στον Αώο. Κατά την επανάσταση του 1914, οι Λεσκιοβικιώτες συγκρότησαν μια από τις μαχητικότερες στρατιωτικές μονάδες.

Το Λεσκοβίκι βρίσκεται δίπλα από το νέο συνοριακό σταθμό των «Τριών Γεφυρών» και το μοναστήρι της Μολυβδοσκέπαστης, κοντά στον δρόμο που οδηγεί στην Κόνιτσα και τα Γιάννενα.

ΔΡΥΪΝΟΥΠΟΛΗ (ή Δρόπολη)

Τα χωριά αυτής της περιοχής εκτείνονται στην δεξιά πλευρά κυρίως και κατά μήκος της οδού Αργυροκάστρου – Ιωαννίνων και έως την Κακαβιά. Η Ανω και η Κάτω Δρόπολη αποτελούν ένα συγκρότημα χωριών με μεγαλύτερο την Δερβιτσάνη. Οι κάτοικοι εδώ «απολαμβάνουν» τα δικαιώματα της «αναγνωρισμένης μειονότητας»!

Για χάρη της ιστορίας όλα τα χωριά της Δρόπολης και όπως αυτά παρουσιάζονται στο Λεύκωμα της Ενώσεως Δροπολιτών του 1965, είναι: Κοσσοβίτσα (η συνοικία της Αγίας Μαρίνας παρέμεινε στην Ελλάδα), Σωτήρα, Λόγγος, Λοβίνα, Κακογοραντζή, Σελλειό, Κλεισσάρι, Πέπελη, Βοδίνο, Κρα, Βουλιαράτες, Ζερβάτες, Γεωργουτσάτες, Γράψη, Λούγκαρη, Φραστανή, Γορίτσα, Τεριαχάτες, Σωφράτικα, Δούβιανη, Χάσκοβο, Βάνιστα, Καλογοραντζή, Δερβιτσάνη, Λαζαράτες (οι κάτοικοι διώχθησαν και κατοικείται πλέον από ομάδες Αλβανών Κουρβελεσιωτών και Χαλδούπιδων Τούρκων),  Άγιος Νικόλαος, Κατούνα (η μία συνοικία "ανήκει" το ελλαδικό κράτος και η άλλη στο αλβανικό), Κακαβιά (το χωριό "ανήκει" στην Αλβανία και ένα μεγάλο μέρος της γης της στην Ελλάδα), Ραντάτες, Άνω Επισκοπή, Κάτω Επισκοπή, Γλίνα, Βράχογοραντζή, Νεπράβιστα (μουσουλμανικό σήμερα), Λιμπόχοβο (μικτό), και τα μη αναγνωρισμένα Άνω και Κάτω Λάμποβο (του Σταυρού) και Σούχα. Στην ελλαδική επικράτεια υπάρχουν τα εξής χωριά της Δροπόλεως που σήμερα υπάγονται στο Πωγώνι:Ζάβροχο, Μαυρόπουλο, Χρυσοδούλη, Αργυροχώρι.

Η κοιλάδα της Δροπόλεως φημίζεται για το υγιεινό και εύκρατο κλίμα της, αλλά και την ιδιαίτερη διάλεκτο των κατοίκων της.  Ο ποταμός Δρίνος που διαρρέει την κοιλάδα συνδέεται κατά μια εκδοχή, με τον Κέλυνδο των αρχαίων. Σήμερα τα όρη που περιβάλλουν την Δρόπολη είναι κατά το πλείστον γυμνά και ξερά λόγω της αποψίλωσης που υπέστησαν από Βενετούς, Οθωμανούς τους παλαιότερους αιώνες αλλά και τα όργανα του καθεστώτος Χότζα.

ΚΟΡΥΤΣΑ

Η Κορυτσά είναι η μεγαλύτερη πόλη της β. Ηπείρου. Βρίσκεται σε ύψος  859 μέτρων. Κατά την απογραφή του 1989 ο πληθυσμός της υπολογίσθηκε σε 63.623 κατοίκους. Για το 2003 οι εκτιμήσεις αναφέρουν πως περιορίστηκε σε 58.900 άτομα.  

Γεωγραφικά ανήκει στη δυτική Μακεδονία. Βρίσκεται ανάμεσα στα βουνά Ξηροβούνι (βόρεια), Βόϊο (ανατολικά), Κιάρι (νότια) και Κανδαούϊα (δυτικά). Το όνομα πιθανολογείται πως αποτελεί παραφθορά του ονόματος της βυζαντινής πόλης Κούρεστος, ενώ μια άλλη της Εορδαίας.

Τα αρχαιολογικά ευρήματα παραπέμπουν στον Μυκηναϊκό πολιτισμό. Η πρώτη αναφορά για την πόλη γίνεται το 1240 μ.Χ. Οι Οθωμανοί την καταλαμβάνουν το 1440. Αργότερα γίνεται ήταν έδρα του ομώνυμου σαντζακιού στο βιλαέτι του Μοναστηρίου (Görice Sancağı - Manastır Vilayeti).

Η παρακμή και η καταστροφή των γειτονικών ελληνικών πόλεων της Υπισχίας (σημ. Σίπισχα), της Εμπορίας (σημ. Μπόρια) και κυρίως της Μοσχόπολης (1769), ενίσχυσε αποφασιστικά την οικονομική και πληθυσμιακή ανάπτυξη της Κορυτσάς. Το σημείο στο οποίο βρίσκεται αναδεικνύεται σε διαμετακομιστικό κέντρο μεταξύ των Ιωαννίνων στα νοτιοδυτικά, της Θεσσαλονίκης στα νοτιοανατολικά, του Μοναστηρίου στα δυτικά και του Δυρραχίου στα ανατολικά. Η οικονομική ζωή της πόλης βρίσκεται σε ελληνικά χέρια καθ' όλον τον 19ο αιώνα. Η γλώσσα της αγοράς ήδη από τα τέλη του 16ου αιώνα είναι η ελληνική. Οι Κορυτσαίοι έμποροι συναλλάσσονται με όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία, φτάνουν μάλιστα και στην Αίγυπτο καθώς και με την κεντρική Ευρώπη.

Η Κορυτσά διατηρεί από το 1724 ελληνικό σχολείο - στο οποίο συνεισέφεραν και οι κάτοικοι του Βυθικουκίου. Νωρίτερα οι Κορυτσαίοι σπούδαζαν στην γειτονική Μοσχόπολη. Το 1843 ιδρύθηκε Γυμνάσιο το οποίο λειτουργούσε με βάση το κληροδότημα του Ιωάννη Μπάγκα. Στη συνέχεια δημιουργούνται νηπιαγωγεία, παρθεναγωγεία, σχολαρχεία, Αστική Σχολή, ορφανοτροφείο, νοσοκομείο, κοινοτικό φαρμακείο κ.ά. Οι Κορυτσαίοι συντηρούν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της πόλης αντλώντας κεφάλαια από τους τόκους του κοινού ταμείου, του λεγόμενου και "Λάσσο". Ήδη Κορυτσαίοι αλλά και κάτοικοι της Δάρδας, της Πολένας, του Βυθικουκίου κ.ά., συμμετέχουν στην επανάσταση του 1821. Τα κατοπινά χρόνια σπουδαίοι Κορυτσαίοι γίνονται μέλη της Ελληνικής Βουλής και μάλιστα καταλαμβάνουν και υπουργικούς θώκους. Κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, το σαντζάκι και η πόλη της Κορυτσάς κατοικείται κατά πλειοψηφία από Έλληνες.

Το 1906 (9/9) Αλβανοί εθνικιστές, στην προσπάθειά τους να σταθεροποιηθούν στην περιοχή, εκτελούν τον μητροπολίτη Φώτιο. Λίγα χρόνια αργότερα και κατά τον Αυτονομιακό αγώνα, οι Κορυτσαίοι εξεγείρονται ενάντια στις αρχές. Στις μάχες που ακολούθησαν (19 - 23 Μαρτίου 1914) σκοτώθηκαν ή εκτελέστηκαν 114 κάτοικοι της πόλης.

Από το 1916 εως το 1917 οι Γάλλοι ανακηρύσον την "Αλβανική Δημοκρατία της Κορυτσάς" με σκοπό να αποφύγουν ένα αλβανοαυστριακό περισπασμό  στην αριστερή πτέρυγα της στρατιάς της Ανατολής. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον διωγμό κάθε τι του ελληνικού. Μετά το 1917 όταν η Ελλάδα μπήκε επίσημα στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, οι Γάλλοι καταργούν την "Αλβανική Δημοκρατία της Κορυτσάς" και η κατάσταση ομαλοποιείται. Μετά τον Μάϊο του 1920 που η Κορυτσά παραδίδεται στο αλβανικό κράτος, η κυβέρνηση των Τιράνων απαγορεύει βαθμηδόν τα ελληνικά σχολεία από περιοχές που ορίζει ότι δεν κατοικούνται από Έλληνες. Οι νέες συνθήκες οδηγούν ένα κομμάτι των Κορυτσαίων σε έξοδο προς τη Φλώρινα και τη Θεσσαλονίκη.

Στην σύγχρονη Κορυτσά, οι ντόπιοι προσπαθούν να συνδεθούν και πάλι με το παρελθόν τους μετατρέποντας και πάλι την πόλη σε επιχειρηματικό κέντρο και προσπαθώντας για την εκ νέου επαναλειτουργία των ελληνικών σχολείων. Στην Κορυτσά δραστηριοποιούνται γύρω στις 50 ελληνικές ή ελληνοαλβανικές επιχειρήσεις (αποτελούν το 60% των επενδύσεων), οι οποίες και απασχολούν περί τους 5000 εργαζόμενους.

Σύμφωνα με τη νέα αλβανική διοικητική διαίρεση, ο νέος νομός Κορυτσάς έχει έκταση 4.210 τετραγωνικών χιλιομέτρων και πληθυσμό γύρω στους 360.000 κατοίκους (στοιχεία νομάρχη Κορυτσάς Α. Δερβίσι, 2002).  Είναι αρκετά μεγάλος σε έκταση και σε αυτόν ανήκουν 31 επαρχίες και 8 δήμοι με μεγαλύτερο αυτόν της Κορυτσάς με 80.000 κατοίκους.

Βιβλιογραφία

Ισμιρλιάδου Αδέλα, Κοριτσά (εκπαίδευση - ευεργέτες - οικονομία 1850-1908), Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 1997.

Τρίχα Λ., Το βιλαέτι Βιτωλίων το 1881, στατιστική από το αρχείο του Χαρ. Τρικούπη, Δημόσια Βιβλιοθήκη Φλώρινας. Φλώρινα 1994.

Τζιόβας Δ. Π., Γερβάσιος Ωρολογάς, Ι.Β.Ε. Ιωάννινα 1980

ΜΟΣΧΟΠΟΛΗ

Η ίδρυσή της Μοσχόπολης πιθανολογείται στις αρχές του 14ου αιώνα. Βρίσκεται στα βορειοδυτικά της Κορυτσάς, σε απόσταση 20 χιλιομέτρων και στα ανατολικά του όρους Όπαρη.

Η μεγάλη της ακμή σημειώνεται μετά το 1735 όταν την διοίκηση της πόλης έχασαν οι γαιοκτήμονες από την ανερχόμενη τάξη των εμπόρων. Στην Μοσχόπολη λειτουργεί από το 1729 (κατ' άλλους πριν το 1720), το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο στην ευρωπαϊκή πλευρά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας - το δεύτερο μετά από εκείνο του πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρη στην Πόλη. Για πάνω από πενήντα χρόνια τυπώνει ανάλογο αριθμό βιβλίων. Εκείνη την εποχή (1740), ιδρύεται και το πρώτο ελληνικό σχολείο με την επωνυμία "Ελληνικό Φροντιστήριο" το οποίο αργότερα μετονομάζεται σε "Νέα Ακαδημία", ενώ στην συνέχεια δημιουργούνται ημιγυμνάσιο και νηπιαγωγείο, βιβλιοθήκη, ορφανοτροφείο κ.ά. 

Από το 1771 αρχίζει η παρακμή της Μοσχόπολης, όταν οι Τουρκαλβανοί εκδικούμενοι την συμμετοχή των Μοσχοπολιτών - όπως και των Πελοπονησίων αλλά και των Χιμαριωτών - στα Ορλωφικά επιτέθηκαν και την λεηλάτησαν. Οι κάτοικοι διεσπάρησαν στην Κορυτσά, το Μοναστήρι, την Θεσσαλονίκη έως και την Βουδαπέστη όπου και δημιούργησαν μεγάλη παροικία.

Μετά την πρώτη καταστροφή, από τους συμμορίτες του Αλή πασά και κατά τον 19ο αιώνα, στην Μοσχόπολη εξακολουθεί να λειτουργεί ένα Ελληνικό Σχολείο και ένα Παρθεναγωγείο.

Στις 16 Οκτωβρίου του 1916 και ενώ η περιοχή βρίσκονταν υπό γαλλική κατοχή, ευάριθμη συμμορία Τουρκαλβανών με αρχηγό τον Σαλή Μπούτκα επέδραμαν στην πόλη. Την κατέλαβαν μετά από μάχη που έδωσαν με τους κατοίκους. Στην συνέχεια την πυρπόλησαν και συνάμα εκτέλεσαν εκατοντάδες ντόπιων. Τα κίνητρα της νέας και τελειωτικής καταστροφής σχετίζονται με την διαδικασία δημιουργίας του νέου αλβανικού κράτους και τα συμφέροντα των "Μεγάλων Δυνάμεων" της εποχής.  Κατά το προηγούμενο μεσοδιάστημα, οι Μοσχοπολίτες είχαν καταφέρει να αναζωογονήσουν ένα μέρος από την λάμψη του 18ου αιώνα. Ως το 1916 λειτούργησε ημιγυμνάσιο, παρθεναγωγείο και νηπιαγωγείο με τετρακόσιους μαθητές.

Από τις περισσότερο αξιόλογα εκκλησιαστικά μνημεία που υπάρχουν στην Μοσχόπολη είναι η μονή του Αγίου Προδρόμου (1632), και οι βασιλικές της Παναγίας (1712), του Αγίου Νικολάου με τις θαυμάσιες αγιογραφίες (1721), των Ταξιαρχών (1722), του Αγίου Αθανασίου (1724), και του Προφήτου Ηλίου (1754). Επίσης, διασώζεται ένα μέρος ενός κτηρίου που λέγεται ότι ανήκει στην παλιά Ακαδημία.

Η σημερινή Μοσχόπολη δεν είναι παρά ένα μικρό χωριό ποιμένων. Χαρακτηρίζεται σαν σκιά του παλιού εαυτού της. Κατοικείται από 180 οικογένειες ελληνορθόδοξων βλάχων και 80 οικογένειες αλβανών. Η μεγάλη ιστορία όμως δεν είναι δυνατόν να διαγραφεί. Τα ονόματα των ευεργετών Σίμωνος και Γεώργιου Σίνα, του αξιωματικού Σμολένσκυ, του μητροπολίτη Καστοριάς Διονυσίου Μάντουκα κ.ά., παραμένουν αιώνια.

Βιβλιογραφία

Ισμιρλιάδου Αδέλα, Κοριτσά (εκπαίδευση - ευεργέτες - οικονομία 1850-1908), Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 1997.

Σκενδέρης Κ., Ιστορία της αρχαίας και συγχρόνου Μοσχοπόλεως, Αθήναι 1928

Γκατσόπουλος Ματθ. Στ., Μοσχόπολις, Ι.Β.Ε., Ιωάννινα 1979

ΠΑΤΡΟ - ΚΟΣΜΑΣ

"Βοήθα Άγιε Γιώργη και συ Άγιε Κοσμά, να πάρουμε την Πόλη και την Αγιά Σοφιά"

Ο πατρο-Κοσμάς, ο επονομαζόμενος και άγιος των σκλάβων είναι για τους Ηπειρώτες από τους πιο αγαπημένους αγίους και προφήτες. Γεννήθηκε το 1714 στην Αιτωλία και εκτελέστηκε το 1779 στο Κολικόντασι της Μουζακιάς. Εκεί οι ντόπιοι και ο Αλή-πασάς που τον θεωρούσε άνθρωπο του Θεού, έκτισαν ένα μοναστήρι σε ένα νησάκι του Άψου ποταμού

Ο σκοπός του ήταν να εμψυχώσει τους ραγιάδες και να τους κατευθύνει προς το "ποθούμενο", συστήνοντας παράλληλα σχολεία και εκκλησίες ώστε να διατηρηθεί και αναβαπτιστεί η αγάπη προς την Ελλάδα και την Ορθοδοξία. Περισσότερο μάλιστα τον ενδιέφερε η εκπαίδευση και η ανύψωση του εθνικού και θρησκευτικού συναισθήματος του λαού. Με το κήρυγμά του ανακόπτει την τάση για εξισλαμισμό, καυτηριάζει την τοκογλυφία, την αλλογλωσσία, ενδιαφέρεται για τα παιδιά.

Ο πατρο-Κοσμάς τρεις φορές επισκέφτηκε την Ήπειρο. Περιόδευσε από το 1760 έως το θάνατό του. Έλεγε: “Να σπουδάζετε κι εσείς, αδελφοί μου, να μανθάνετε γράμματα, όσον μπορείτε.   Και αν δεν εμάθετε οι πατέρες, να σπουδάζετε τα παιδιά σας να μανθάνουν τα ελληνικά, διότι και η εκκλησία μας είναι εις την ελληνικήν.  Καλύτερον, αδελφέ μου, να έχεις ελληνικόν σχολείον εις την χώραν σου, παρά να έχει βρύσες και ποτάμια”. 

ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ

 

Ζωγράφος Χριστάκης

Γεννήθηκε το 1820 στο Κεστοράτι του Αργυροκάστρου. Σε ένα αλληλοδιδακτικό σχολείο της εποχής έμαθε τα πρώτα του γράμματα (1828 - 1831). Ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη και δούλεψε κοντά στον πατέρα του. Αργότερα καταφέρνει και γίνεται ένας από τους γνωστότερους τραπεζίτες της Πολης.

Το 1869 χτίζει στο χωριό του κτίριο για την στέγαση Δημοτικού Σχολείου, Ελληνικού Σχολείου και Παρθεναγωγείου. Μετά από εισήγηση του Ηπειρωτικού Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Κωνσταντινούπολης, ιδρύει το περίφημο Διδασκαλείο.

 

Ζάππας Ευαγγέλης και Κωνσταντίνος

Ο Ευαγγέλης γεννήθηκε το 1800 στο Λάμποβο του Τεπελενίου. Πολέμησε κατά των Οθωμανών στο Σούλι και αλλού, στις αρχές του 19ου αι. Συμμετείχε στην επανάσταση του 1821 εντασσόμενος στα σώματα του Μπότσαρη και αργότερα στα αντίστοιχα του Ζέρβα και του Πανουργιά.

Το 1831 μετανάστευσε στην Ρουμανία όπου σε συνεργασία με τον ξάδερφό του Κωνσταντίνο κατάφερε να κάνει μεγάλη περιουσία. Οι προτροπές του ποιητή Παναγιώτη Σούτσου και ο απόψεις του Ιωάννη Κωλέττη, ώθησαν τον Ευαγγ. Ζάππα να αναλάβει την χρηματοδότηση της αναβίωσης των Ολυμπιακών αγώνων αλλά και της διοργάνωσης των Ολυμπίων, μιας έκθεσης αγροτικών και βιομηχανικών προϊόντων με την ανέγερση γυμναστηρίου και του Ζάππειου Μεγάρου.

Ο Κωνσταντίνος συνέχισε το έργο με την ίδρυση Ζάππειου Παρθεναγωγείου στην Κωνσταντινούπολη και στην γενέτειρά του, την ενίσχυση σχολείων στην Ήπειρο κ.ά.

 

Μπάγκας Ιωάννης (1814 - 1895)

Κατάγονταν από την Κορυτσά και δώρισε όλη την ακίνητη περιουσία του στην γενέτειρά του και στο Ελλαδικό κράτος. Εκτός αυτού, συντηρεί το Ελληνικό Γυμνάσιο της Κορυτσάς, δίδει υποτροφίες σε αριστούχους Κορυτσαίους νέους για να φοιτήσουν στην Ριζάρειο σχολή και κατόπιν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ιδρύει και επιχορηγεί ορφανοτροφεία κ.ά.

 

 

ΑΡΧΑΙΑ ΚΑΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΜΝΗΜΕΙΑ

 

Οι πρώτες συστηματικές ανασκαφές στον χώρο της σημερινής β. Ηπείρου έγιναν από τον Δ. Ευαγγελίδη κατά το 1913. Μετά την παραχώρησή της περιοχής στην Αλβανία, ιταλική αρχαιολογική αποστολή πραγματοποίησε συστηματικές ανασκαφές υπό την καθοδήγηση του Ουγκολίνι. Την ίδια περίπου περίοδο μελέτησε ολόκληρη την ιστορική Ήπειρο και ο Νίκολας Χάμμοντ.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Αλβανική Αρχαιολογία ανέλαβε την πρωτοβουλία να συνεχίσει τις έρευνες προσπαθώντας όμως να επιβεβαιώσει την επίσημη θέση που αφορούσε την σύνδεση της σύγχρονης Αλβανίας με την Ιλλυρία και τον χαρακτηρισμό κάθε αρχαίου ευρήματος σαν "ιλλυρικό".

 

Το όνομα Ήπειρος ( ή Άπειρος ) σημαίνει «στεριά». Τα όριά της είναι από τον Αμβρακικό κόλπο εως τα Κεραύνια όρη ή τις εκβολές του ποταμού Αώου (αρχ. Αίας). Θεωρείται πως Πελασγοί της Θεσσαλίας ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Ηπείρου. Τα σημαντικότερα ηπειρωτικά φύλα ήταν οι Σελλοί, οι Μολοσσοί, οι Θεσπρωτοί, οι Χάονες, οι Αθαμάνες, οι Κασσωπαίοι, οι Έλλοπες, οι Δρύοπες, οι Παραβαίοι και οι Αμβρακιώται. Οι Ηπειρώτες θεωρούσαν ότι κατάγονται από τον Αχιλλέα. Ο γιός του ο Πύρρος έκανε τον Μολοσσό, γενάρχη των Μολοσσών.

Οι βασιλιάδες των Μολοσσών, Άδμητος και Θαρύπας κατέστησαν την φυλή τους κυρίαρχη και ένωσαν όλα τα ηπειρώτικα φύλα. Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο πήραν το μέρος της Αθήνας και αυτό αποτέλεσε αφορμή για να υιοθετηθούν τα Αθηναϊκά πολιτιστικά πρότυπα. Τότε είναι που μεγεθύνονται οι οικισμοί και τειχίζονται, κόβεται τοπικό νόμισμα, αναπτύσσεται το εμπόριο, αλλά και θεσπίζεται ο θεσμός των ετησίων αρχόντων και της Βουλής.

Ο βασιλιάς των Μολοσσών Πύρρος, είναι μια από τις ιστορικές μορφές της εποχής. Πραγματοποίησε εκστρατεία στη Ν. Ιταλία για να συνδράμει του Ιταλιώτες Έλληνες οι οποίοι απειλούνταν από την επεκτατική πολιτική της Ρώμης. Από την φυλή των Μολοσσών καταγόταν η Ολυμπιάδα η οποία έγινε σύζυγος του βασιλιά των Μακεδόνων Φίλιππου και μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 Κατά το έτος 232 π.Χ., καταλύεται η βασιλεία. Το ανερχόμενο φύλο των Χαόνων δημιουργεί το «Κοινόν των Ηπειρωτών» ( 232 - 168 ), στο οποίο συμμετέχουν όλα τα ηπειρωτικά φύλα, από τον Αμβρακικό έως τις εκβολές του Αώου.

Το 167 η Ήπειρος κατελήφθη από τους Ρωμαίους, οι οποίοι και εκδικήθηκαν τις ήττες που υπέστησαν από τον Πύρρο, καταστρέφοντάς την ολοκληρωτικά και εφαρμόζοντας ένα πρόγραμμα γενοκτονίας - του πρώτου στην ιστορία.

 

ΒΟΥΘΡΩΤΟΣ (ο)

Το Βουθρωτό αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους αρχαιολογικούς χώρους. Βρίσκεται στην ομώνυμη λιμνοθάλασσα, στο στόμιο του Πηλώδη Λιμένα και σε απόσταση 18 χλμ. νότια των Αγίων Σαράντα.

Είναι πόλη της αρχαίας Χαονίας. Η περιοχή κατοικείται από τους μεσολιθικούς χρόνους ενώ τον 8ο αιώνα ο πληθυσμός της ενισχύθηκε από Κορινθίους και Κερκυραίους. Είχε δημοκρατικό πολίτευμα και αποτελούσε μέλος του Κοινού των Ηπειρωτών. Τον 3ο π.Χ. αι. ήταν η πρωτεύουσα της φυλής των Χαόνων. Κατά την περίοδο της Ρωμαιοκρατίας (44 π.Χ.), εποικίσθηκε από Ρωμαίους απόστρατους χωρίς να χάσει τον ελληνικό χαρακτήρα της.

Από τα περισσότερο σπουδαία μνημεία που έχουν έρθει στο φως είναι τα τείχη, ο Ναός του θεού Ασκληπιού, το Γυμναστήριο, το Θέατρο των δύο χιλιάδων θέσεων (Δ΄ αι.), το Πρυτανείο, το Ασκληπιείο, οι κεφαλές των θεών Απόλλωνος και Διονύσου, ο βωμός του θεού Διονύσου, το 2,16 μέτρων ύψους άγαλμα της θεάς Αθηνάς (1 αι. π.Χ.) και πάμπολλες επιγραφές, η τρίκλιτη σταυρική βασιλική - ΣΤ΄ αι. μ.Χ. - η οποία λειτουργήθηκε από τον αρχιεπίσκοπο  Αναστάσιο κατά την επίσκεψη του οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου (Ιούνιος 2002), το βαπτιστήριο με το θαυμάσιο μωσαϊκό κ.ά..

Το 1236, ο Δεσπότης της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄, κατασκεύασε ένα κάστρο στην ακρόπολη του Βουθρωτού. Το κάστρο αυτό καταλήφθηκε αργότερα από τους Βενετούς και αργότερα από τους Οθωμανούς. Ως τις αρχές του 19ου αιώνα αυτό το κάστρο θα αλλάζει συχνά κατακτητές.

 

ΦΟΙΝΙΚΗ (η)

Τα ερείπιά της ανακαλύφθηκαν κοντά στο σημερινό χωριό Φοινίκι (το) και 9 χιλιόμετρα ανατολικά των Αγίων Σαράντα. Τα τείχη της έχουν συνολικό μήκος πέντε χιλιομέτρων. Από τον Ε΄ αιώνα π.Χ. η πόλη αναπτύσσεται και έχει επαφές με την Κόρινθο, τις Συρακούσες, την Κέρκυρα, την Επίδαυρο κ.ά.

Είναι το κέντρο της Χαονίας και όταν οι Μολοσσοί χάνουν την πρωτοκαθεδρία στα Ηπειρωτικά φύλα (232 π.Χ.), η Φοινίκη γίνεται η πρωτεύουσα του "Κοινού των Ηπειρωτών" και μάλιστα κόβει και το δικό της νόμισμα. Κατά τον Πολύβιο είναι το πιο οχυρωμένο και πλούσιο μέρος της Ηπείρου.

Σήμερα σώζονται τα ερείπια του θεάτρου, η Αγορά, ο Θησαυρός, ο ναός της Αθηνάς, το Γυμνάσιο, τάφοι με σαρκοφάγους κ.ά., όμως η ανυπαρξία φύλαξης έχει προσελκύσει αρκετούς αρχαιοκάπηλους ...

 

ΑΝΤΙΓΟΝΕΙΑ (η)

Θεωρείται πως βρίσκεται σε λόφο απέναντι από το σημερινό Αργυρόκαστρο. Είναι η πόλη που έχτισε το 295 π.Χ. ο Πύρρος προς τιμή της συζύγου του. Είναι μια τραγική πόλη διότι εδώ ηττήθηκε το 198 π.Χ. ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Ε΄ από τις ορδές του Ρωμαίου Τϊτου Κοΐντου Φλαβίου. Η Αντιγόνεια φαίνεται πως καταστράφηκε από τους Ρωμαίους το 167 π.Χ.

Εδώ βρέθηκαν και δύο βασιλικές του ΣΤ΄ & Ζ΄ αι. μ.Χ. με δύο επιγραφές για τους δούλους του Θεού "Τρυγητό" και "Αγαθοκλή".                                 

ΑΠΟΛΛΩΝΙΑ (η)

Με το όνομα αυτό είναι γνωστές αρκετές πόλεις του αρχαίου κόσμου (Αιγαιακή ακτή Θράκης, βόρεια Σικελία, Μακεδονία – Χαλκιδική κ.ά.). Η Απολλωνία  είναι κτισμένη λίγο βορειότερα από το σημερινό Φίερι, στις ακτές της Αδριατικής θάλασσας. Την ίδρυσαν οι Κορίνθιοι και Κερκυραίοι. Μαζί με τους Έλληνες κατοικούν και Ιλλύριοι αλλά χωρίς πολιτικά δικαιώματα.

Πολλά είναι τα μνημεία της Απολλωνίας: ναοί του Απόλλωνος και Αρτέμιδος, Ωδείον, Ελληνιστικό Θέατρο (7.500 θέσεων), Βουλευτήριον, Νυμφαίον, Ρωμαϊκή Στοά, μωσαϊκά, αττικά αγγεία και ταφικά ανάγλυφα, αγάλματα του Δωδωναίου Διός, του Λυκείου Απόλλωνος, της Αθηνάς Παρθένου, της Δήμητρας, του Θεού Ερμού, του Άτλαντος που κρατά στους ώμους του τον Ουρανό, προτομή του Δημοσθένούς, νεκρόπολη, κ.λ.π. Η πόλη έκοβε τα δικά της νομίσματα.

Η Απολλωνία πολέμησε, το 214 π.Χ., στο πλευρό του Κασσάνδρου κατά των Ιλλυριών. Για αιώνες αποτέλεσε μεγάλο πνευματικό φάρο που κατά τους αιώνες της Ρωμαιοκρατίας έλκυε γόνους αριστοκρατικών οικογενειών του κατακτητή. Από τον  Κικέρωνα περιγράφεται ως "μεγάλη και σπουδαία πόλη" («magna urbs et gravis»). Λέγεται, ότι ο Οκταβιανός έλαβε τα νέα του θανάτου του Ιούλιου Καίσαρα στην Απολλωνία, ενώ εδώ έμεινε για λίγους μήνες και ο Οκταβιανός Αύγουστος.

Στον χώρο αυτό και πάνω σε έναν μικρό λόφο υπάρχει η μονή της Παναγιάς (Κοιμήσεως της Θεοτόκου). Στο τείχος του μοναστηριού διακρίνονται μέλη αρχαίων οικοδομημάτων.

ΜΕΣΟΠΟΤΑΜΟΣ

Σε κοντινό προς το χωριό μικρό λόφο, υπάρχει το περίφημο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου (ΙΒ΄ ή ΙΓ΄ αι. μ.Χ.). Τα παλαιότερα χρόνια γύρω από τη μονή υπήρχε ένα άλσος με αιωνόβια δένδρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην εκκλησία έχουν εντοιχιστεί μέλη αρχαίων κτιρίων καθώς και ανάγλυφα. Αυτά τα τελευταία εικονίζουν φτερωτό δίποδο δράκοντας, αετό, λέοντα με ουρά φιδιού και φτερά κ.τ.λ. Ο ίδιος ο ναός είναι κτισμένος στη βάση αρχαίου ναού του Ποσειδώνος.

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

Αρχ.                            Αρχαία ονομασία

Βυζ.                             Βυζαντινή ονομασία

Σημ.                             σημερινή ονομασία

 

ΔΙΚΤΥΑΚΟΙ ΤΟΠΟΙ

 

·        http://interisk.imbc.gr/reg_gjirokastra.html

·        http://home.vr-web.de/juergen.schreier/albania-ionian-sea/052-Himare-2000-780.html

·        http://www.farsarotul.org/nl15_5.htm

·        http://www.geocities.com/albaland/riviera/

·        http://members.aol.com/itaalb1/web/vilsic.htm

·        http://www.lozanmubadilleri.org/mubyerlesimyerleri.htm

·        http://www.bartleby.com/65/ko/Korce.html

·        http://www.sitesatlas.com/Europe/Albania/Korce.htm

·        http://www.gazetteer.de/d/d_al_ko.htm

·        http://www.gazetteer.de/d/d_al_gj.htm

·        http://www.phoinike.com/Antigonea.htm

·        http://www.ysee.gr

·        http://www.butrintfound.dial.pipex.com/

·        http://www.academyofathens.gr/htmls/Dwrites.htm

·        http://www.hellaswebmaster.com/users/dennis/bh.html

·        http://www.sfeva.gr/History/Emsx-G.htm

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

·        Panepirotic Federation of America, Canada and Australia, The Greeeks of northern Epirus and Albania

·        Winnifrith Tom, Perspectives on Albania, St. Martin's Press, 1993

·        Βόρειος Ήπειρος, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, Αθήνα 1994

·        Γενικό Επιτελείο Στρατού, Βορειοηπειρωτικός αγώνας  (επιμ.: Δήμα Αγγελική), εκδ. Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1997

·        Δέδες Ν. Κ., Δρυμάδες Χειμάρρας, Σείριος, 1978

·        Δημητρόπουλος Κωνσταντίνος - Μαλκίδης Φάνης, Η Χιμαριώτικη κοινωνία μπροστά στις εκλογές του 2000 (υπό έκδοση)

·        Ιστορία επιλογής Γ΄ Λυκείου, Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1983

·        Κοκαβέση Ελεονώρα - Ελένη (επιμέλεια), Ω Χιμάρα (ημερολόγιο), 2001

·        Π.ΑΠ, «Χρονογραφία της Ηπείρου»,  τ. Β΄, Αθήνα 1856

·        Πανεπιστήμιο Αθηνών - ΕΛ.Ι.ΑΜ.Ε.Π., Ο ελληνισμός της Αλβανίας, Σιδέρης, Αθήνα 1995

·        Παπαδόπουλος Κ. Αλέξανδρος, "Άπειρος χώρα", Νέα Σύνορα, Αθήνα 1992

·        Προβολή, Περιοδική Έκδοση του Συλλόγου "Ελπίδα", τ 1, Μάρτης - Απρίλης 1999, Άγιοι Σαράντα

·        Προβολή, Περιοδική Έκδοση του Συλλόγου "Ελπίδα", τ. 2-3, Μάης - Αύγουστος 1999, Άγιοι Σαράντα

·        Χάμμοντ Νίκολας, Ήπειρος, τ. Α΄ & Β΄, Ηπειρωτική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1971

·        Χατζηαντωνίου Κων/νος, Χιμάρα - το άπαρτο κάστρου της β. Ηπείρου, Διόρασις, Αθήνα 2002.

·        Ευαγγελίδης Δημήτριος, Η β. Ήπειρος, Σιδέρης 1919 (ανατύπωση 1996)

·        Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Θέματα Ιστορίας, Αιλιανός Κ. Βορειοηπειρωτικό και Ελληνοαλβανικές σχέσεις, Β΄ ενιαίου Λυκείου (μάθημα επιλογής), Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1999

·        Γιακουμής Γεώργιος & Κωνσταντίνος., Ορθόδοξα μνημεία στη β. Ήπειρο, Ίδρυμα Βορειοηπειρωτικών Ερευνών, Ιωάννινα 1994.

·        Ένωση Δροπολιτών "ο Δρίνος", Η Δρόπολη (Λεύκωμα), Αθήνα 1965

·        Λαϊκό Βήμα, Κορυτσά, ειδικό ένθετο, Αργυρόκαστρο 2002

·        Λαϊκό Βήμα, Αργυρόκαστρο, ειδικό ένθετο, Αργυρόκαστρο 2002

·        Σπύρου Π. Λάμπρος, Η Χειμάρρα, Εθνικός Σύνδεσμος Χειμαρριωτών "Τα Ακροκεραύνια", Αθήνα 1966

·        Οικονομικός Ταχυδρόμος, Οι ελληνοαλβανικές σχέσεις και το βορειοηπειρωτικό, έκτακτη έκδοση 13/2/1997

·        Δέδες Ν. Κωνσταντίνος, Δρυμάδες Χειμάρρας, Σείριος 1978

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΤΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ

(5/17 Μαΐου 1914)